ΔΕΛΤΙΟ ΑΠΡΙΛΙΟΥ – ΙΟΥΝΙΟΥ 2019 (ΤΟΜΟΣ 64, Τεύχος 2)

Ο πρωτεύων ρόλος των κυτταροκινών στον ανοσιακό μηχανισμό – Σύγχρονες εφαρμογές τους σε ανοσοθεραπείες

Ευαγγελία Παπαδοπούλου, Μαρία Άννα Κυριαζίδη, Ασημούλα Καββαδά, Στέλλα Μήτκα, Μαρία Χατζηδημητρίου
Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας (ΔΙ.ΠΑ.Ε),Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ)

Ως κυτταροκίνες ή κυτοκίνες ορίζονται πρωτεϊνικά μόρια χαμηλού μοριακού βάρους που λαμβάνουν μέρος κυρίως στις ανοσολογικές αντιδράσεις του οργανισμού. Διακρίνονται σε έξι ομάδες: ιντερλευκίνες, ιντερφερόνες, παράγοντες νέκρωσης όγκων, αυξητικοί παράγοντες, παράγοντες διέγερσης αποικιών, χημειοκίνες. Οι κυτταροκίνες παράγονται από πολυάριθμους κυτταρικούς τύπους, κυριότεροι εκ των οποίων είναι τα μονοπύρηνα-μακροφάγα, τα λεμφοκύτ-
ταρα, τα κύτταρα ΝΚ, τα σιτευτικά και τα ενδοθηλιακά κύτταρα καθώς και οι ινοβλάστες. Η δράση τους στοχεύει σε ποικίλους κυτταρικούς πληθυσμούς, αφού οι κυτταροκίνες αποτελούν ρυθμιστικούς μεσολαβητές της φυσικής και ειδικής ανοσίας και της φλεγμονής στο σύνολό τους. Η επίδραση των κυτταροκινών στα κύτταρα-στόχους προϋποθέτει τη σύνδεση αυτών με ειδικούς μεμβρανικούς υποδοχείς πάνω στα κύτταρα. Το σήμα φτάνει τελικώς στους πυρήνες των κυτ-
τάρων μετά από πολύπλοκες χημικές αντιδράσεις με τη συμμετοχή κινασών τυροσίνης και μεταγραφικών παραγόντων. Με τη διαφοροποίηση, τον πολλαπλασιασμό και, γενικότερα, τις λειτουργικές μεταβολές που υφίστανται τα κύτταρα-στόχοι έπειτα από τη δράση των κυτταροκινών, η ανοσιακή απάντηση προσαρμόζεται στις ανάγκες του οργανισμού έναντι του αιτιοπαθογενετικού παράγοντα προς την εξάλειψή του. Έτσι, οι κυτταροκίνες διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο τόσο στην πορεία όσο και στην έκβαση της ανοσιακής αντίδρασης. Βάσει της ιδιότητας αυτής, οι κυτταροκίνες βρίσκουν εφαρμογή τα τελευταία χρόνια στις ανοσοθεραπείες διαφόρων ασθενειών. Μέσα από αρκετές μελέτες οι οποίες χρήζουν βέβαια περαιτέρω έρευνας, οι κυττα-
ροκίνες έχουν αναδειχθεί πολύτιμα μόρια-εργαλεία στον χειρισμό της ανοσιακής απάντησης. Ως εκ τούτου, αξιοποιούνται ως βιολογικοί δείκτες της πρόγνωσης και της διάγνωσης ασθενειών καθώς και ως θεραπευτικά μέσα. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) έχει
εγκρίνει την ανοσοθεραπεία σε διάφορες ασθένειες, όπως AIDS, σκλήρυνση κατά πλάκας, ρευματοειδή αρθρίτιδα, ηπατίτιδα Β-C, Τ κυτταρική λευχαιμία, σηπτικό σοκ, σάρκωμα Kaposi, μελάνωμα. Η χρήση των κυτταροκινών διευρύνεται και στην παράταση του προσδόκιμου ζωής μοσχευμάτων σε πειραματικά μοντέλα. Παρά τα ενθαρρυντικά αποτέλεσματα της χρήσης κυτταροκινών στην κλινική πράξη, δεν παύουν να υπάρχουν προκλήσεις σχετικά με τις παρενέργειες και τις δόσεις χορήγησης των φαρμάκων στον εκάστοτε ασθενή. Συνεπώς, οι σύγχρονες μελέτες που διεξάγονται απαιτούν επιπλέον έρευνα με μελλοντικό στόχο την δημιουργία ασφαλέστερων και αποδοτικότερων μεθόδων ανοσοθεραπείας με βασικό όπλο τις κυτταροκίνες.

Λέξεις κλειδιά: κυτταροκίνες, ανοσοθεραπεία, βιολογικοί δείκτες

Μελέτη της επίπτωσης ρινικής φορείας από πολυανθεκτικά παθογόνα σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Σαουδικής Αραβίας

Raied A. Badierah1, Zuhair S. Natto2, Majed S. Nassar3, Ahmed A. Al-Ghamdi1,4, Asif A. Jiman-Fatani5,6, Muhammed A. Bakhrebah3
1Molecular Diagnostic Laboratory, King Abdulaziz University Hospital, King Abdulaziz University, Jeddah, Saudi Arabia; 2Department of Dental Public Health, School of Dentistry, King Abdulaziz University, Jeddah, Saudi Arabia; 3Life Science and Environment Research Institute, King Abdulaziz City for Science and Technology; Riyadh, Saudi Arabia. 4Department of Medical Laboratory Technology, Faculty of Applied Medical Sciences, King Abdulaziz University, Jeddah, Saudi Arabia; 5Department of Medical Microbiology and Parasitology, Faculty of Medicine, King Abdulaziz University, Jeddah, Saudi Arabia. 6Clinical and Molecular Microbiology Laboratory, King Abdulaziz University Hospital, King Abdulaziz University, Jeddah, Saudi Arabia

Στόχος της παρούσας εργασίας ήταν να προσδιοριστεί η ρινική φορεία νοσοκομειακών παθογόνων σε ασθενείς Μονάδας Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) ενός πανεπιστημιακού νοσοκομείου στη Σαουδική Αραβία.
Τα ρινικά επιχρίσματα από 95 τυχαία επιλεγμένους ασθενείς καλλιεργήθηκαν σε αιματούχο, MacConkey και σοκολατόχρωμο άγαρ. Στη συνέχεια, τα παθογόνα που αναπτύχθηκαν, ταυτοποιήθηκαν με τη χρήση φασματομετρίας μάζας (MALDI-TOF MS) και ακολούθησε έλεγχος ευαισθησίας με τη χρήση του  αυτοματοποιημένου συστήματος VITEK2 (bioMerieux). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, το συχνότερο απομονούμενο είδος ήταν η Pseudomonas aeruginosa, που βρέθηκε σε 16 δείγματα (16,84%). Η γενταμικίνη ήταν το πιο αποτελεσματικό αντιβιοτικό έναντι των πολυανθεκτικών (MDR) στελεχών P. aeruginosa, Acinetobacter baumannii και Klebsiella pneumoniae, πολυανθεκτικών ανθεκτικών σε πολλαπλά φάρμακα (MDR). Η τριμεθοπρίμη-σουλφαμε-
θοξαζόλη ήταν το λιγότερο αποτελεσματικό αντιβιοτικό έναντι των στελεχών Κ. pneumoniae.

Συμπερασματικά, τα βακτήρια που απομονώθηκαν από τα ρινικά επιχρίσματα παρουσίασαν διαφορετικούς φαινότυπους αντοχής σε σύγκριση με εκείνα άλλων μελετών στη Σαουδική Αραβία.

Αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους επαγγελματίες της υγείας τόσο στη ορθή πολιτική χρήσης αντιβιοτικών όσο και στον έλεγχο των νοσοκομειακών λοιμώξεων.

Λέξεις κλειδιά: ρινική φορεία, νοσοκομειακός αποικισμός, αντιμικροβιακή αντοχή

Σύγκριση αντιβακτηριακής δράσης των αλκοολικών εκχυλισμάτων φύλλων καρυδιάς (Juglans regia L.) και πεύκου (Pinus halepensis Mill.) έναντι βακτηρίων που απομονώνονται σε λοιμώξεις τραυμάτων μετά από έγκαυμα

Yaser Nozohour1, Reza Golmohammadi1, Reza Mirnejad1, Mehrdad Moosazadeh Moghaddam2, Majid Fartashvand3, 1Molecular Biology Research Center, Systems Biology and Poisonings Institute, Baqiyatallah University of Medical Sciences, Tehran, Iran. 2Applied Biotechnology Research Center, Baqiyatallah University of Medical Sciences, Tehran, Iran. 3Department of Clinical Sciences, Faculty of Veterinary Medicine, Tabriz Branch, Islamic Azad University, Tabriz,
Iran.

Η απειλή των λοιμώξεων από πολυανθεκτικούς μικροοργανισμούς και η έλλειψη νέων αντιβιοτικών είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα και επομένως κρίνεται απαραίτητη η έρευνα για εναλλακτικά αντιμικροβιακά φάρμακα. Το τραύμα που δημιουργείται μετά από έγκαυμα είναι ένα ιδανικό περιβάλλον για τον αποικισμό και στη συνέχεια λοίμωξη από παθογόνα του νοσοκομειακού περιβάλλοντος, πιθανά πολυανθεκτικά στα συνήθη αντιβιοτικά. Τα εκχυλίσματα των φύλλων της καρυδιάς (Juglans regia L.) και του πεύκου (Pinus halepensis Mill.) έχει διαπιστωθεί από παλιά ότι περιέχουν διάφορες βιολογικές ενώσεις με αντιμικροβιακή δράση.

Στόχοι της παρούσας μελέτης ήταν να αξιολογήσει τις αντιβακτηριακές ιδιότητες του αλκοολικού εκχυλίσματος των συγκεκριμένων φύλλων έναντι βακτηρίων που απομονώνονται από μολύνσεις τραυμάτων μετά από έγκαυμα και να συγκριθούν με αυτές επιλεγμένων αντιβιοτικών. Τα εκχυλίσματα φύλλων καρυδιάς και πεύκου μετά από επίδραση αιθανόλης αναλύθηκαν χρησιμοποιών τας αέρια χρωματογραφία (Agilent 7890Β) με την οποία εντοπίστηκαν σε αυτά βασικές
φυτοχημικές ενώσεις. Ακολούθησε μελέτη της αντιβακτηριακής δράσης των εκχυλισμάτων αυτών έναντι κλινικών και πρότυπων στελεχών των ειδών Pseudomonas aeruginosa, Staphylococcus aureus, Proteus vulgaris, Acinetobacter baumannii, Escherichia coli, Staphylococcus epidermidis και Staphylococcus saprophyticus (6 στελέχη από κάθε είδος) με προσδιορισμό της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης σε άγαρ (MIC) και της ελάχιστης βακτηριοκτόνου συγ-
κέντρωσης (MBC). Σύμφωνα με τα αποτέλεσμα, το εκχύλισμα φύλλων καρυδιάς και πεύκου είχε αντιμικροβιακή δράση έναντι όλων των υπό μελέτη κλινικών στελεχών, με το εκχύλισμα φύλλων καρυδιάς να παρουσιάζει τη μεγαλύτερη. Γενικά και τα δύο εκχυλίσματα ήταν σε θέση να ανταγωνιστούν τα επιλεγμένα αντιβιοτικά που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη.

Λέξεις κλειδιά: αντιβακτηριακά, αλκοολικά εκχυλίσματα, Juglans regia L,Pinus halepensis Mill, λοιμώξεις εγκαυμάτων

In vitro αντιμικροβιακή δραστικότητα των εκχυλισμάτων Cinnamomum verum, Allium sativum και Zingiber officinale σε στελέχη Pseudomonas aeruginosa που παράγει μεταλλο-β-λακταμάση: πιθανή θεραπευτική προσέγγιση

Neda Yousefi Nojookambari1, Gita Eslami1, Ali Hashemi1, Mehrzad Sadredinamin1, Samira Tarashi2,3, Mahdane Roshani4, Sajjad Yazdansetad5,6
1Department of Microbiology, School of Medicine, Shahid Beheshti University of Medical Sciences, Tehran, Iran.

2Department of Mycobacteriology and Pulmonary Research, Pasteur Institute of Iran, Tehran, Iran.
3Microbiology Research Center (MRC), Pasteur Institute of Iran, Tehran, Iran.
4Department of Microbiology, School of Medicine, Hamedan University of Medical Sciences, Hamedan, Iran.
5Laboratory Sciences Research Center, Golestan University of Medical Sciences, Gorgan, Iran.
6Department of Microbiology, School of Medicine, Golestan University of Medical Sciences, Gorgan, Iran.

Στελέχη Pseudomonas aeruginosa που παράγουν μεταλλο-β-λακταμάση (MBL) είναι παγκοσμίως η κύρια αιτία νοσοκομειακών λοιμώξεων, ειδικά σε ασθενείς με εγκαύματα. Οι αντιμικροβιακές ιδιότητες των Cinnamomum verum, Allium sativumκαι Zingiber officinale, γνωστών ως κανέλα, σκόρδο και πιπερόριζα αντίστοιχα, δεν έχουν ακόμη αναφερθεί σε στελέχη MBL θετικά P. aeruginosa. Η παρούσα μελέτη στοχεύει στην ανίχνευση των γονιδίων MBL και στην
αξιολόγηση της ανασταλτικής επίδρασης των εκχυλισμάτων κανέλλας, σκόρδου και πιπερόριζας σε ΜBL-θετικά στελέχη P. aeruginosa.
Η μελέτη ευαισθησίας των στελεχών P. aeruginosa έγινε με τη μέθοδο διάχυσης δίσκων αντιβιοτικών σε άγαρ (Kirby-Bauer). Ο προσδιορισμός παραγωγής MBL έγινε φαινοτυπικά με τη δοκιμή συνδυασμού δίσκων αντιβιοτικών (CDT). Η ανίχνευση των υπεύθυνων γονιδίων blaVIM και blaIMP που κωδικοποιούν μεταλλο-β-λακταμάση έγινε με PCR. Η ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) των ακετονικών, μεθανολικών και χλωροφορμικών εκχυλισμάτων κανέλ-
λας, σκόρδου και πιπερόριζας σε στελέχη που παράγουν MBL εκτιμήθηκε με τη μέθοδο μικροαραιώσεων σε ζωμό (MIC). Ογδόντα ένα από 95 (85,2%) ανθεκτικά στην ιμιπενέμη στελέχη P. aeruginosa ήταν ΜΒL. Δεκατρία από τα 81 (16.0%) και 18 από τα 81 (22.2%) ΜΒL Ρ. αeruginosa ήταν θετικά για blaIMP και blaVIM γονίδια, αντίστοιχα. Οι ανασταλτικές συγκεντρώσεις των ακετονικών, μεθανολικών και χλωροφορμικών εκχυλισμάτων κανέλλας, σκόρδου και πιπερόριζας κυμαίνονταν από ?1,50 mg / ml έως ?12,50 mg / ml. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, διαπιστώθηκε ότι το μεθανολικό εκχύλισμα κανέλας και σκόρδου, καθώς και το εκ χύλισμα ακετονίου της τζίντζερ είχαν σημαντική αντιβακτηριακή δράση έναντι MBL στελεχών P. aeruginosa. Αυτά τα φαρμακευτικά φυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πηγή ξεχασμένων αντιμικροβιακών παραγόντων για την αποφυγή της αποτυχίας της θεραπείας και της θνησιμότητας.

Λέξεις κλειδιά: έγκαυμα, κανέλλα, σκόρδο, πιπερόριζα, Pseudomonas aeruginosa

Λοιμώξεις από ανθρώπινο bocavirus (human bocavirus) και συν-λοιμώξεις με αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (Respiratory Syncytial Virus) και ροταϊό (Rotavirus) σε παιδιά με οξεία λοίμωξη αναπνευστικού ή γαστρεντερικού συστήματος

Mehrdad Mohammadi1, Shahnaz Armin2
1MSc, Department of Microbiology, Isfahan University of Medical Sciences, Isfahan, Iran.
2Pediatric Infections Research Center, Mofid Children’s Hospital, Shahid Beheshti University of Medical Sciences,
Tehran, IR Iran.

Ο ανθρώπινος bocavirus (human bocavirus, HBoV) είναι υπεύθυνος για οξείες αναπνευστικές και γαστρεντερικές παιδιατρικές λοιμώξεις. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η εύρεση του ιού τόσο μόνο του, όσο και μαζί με άλλους ιούς σε περιπτώσεις οξείας παιδιατρικής λοίμωξης αναπνευστικού ή γαστρεντερικού συστήματος. Η μελέτη αφορά την περίοδο 2017-2018 και περιλαμβάνει παιδιά ηλικίας μικρότερης των 3 ετών τα οποία προσήλθαν στο Mofid
Children’s Hospital, της Τεχεράνης του Ιράν με αντίστοιχη κλινική εικόνα. Αρχικά τα δείγματα του ανώτερου αναπνευστικού (ρινοφαρυγγικό επίχρισμα) και δείγματα κοπράνων μελετήθηκαν για αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (Respiratory Syncytial Virus, RSV) και ροταϊό (Rotavirus) με RT-PCR και στη συνέχεια για HBoV με ανίχνευση του NP-1 γονιδίου του ιού με PCR. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, 67 από τα 500 δείγματα αναπνευστικού (13.4%) και 72 από τα 500 δείγ-
ματα κοπράνων (14.4%) βρέθηκαν θετικά για HBoV. Από τα θετικά HBoV δείγματα, 44 (65.6%) των αναπνευστικών δειγμάτων βρέθηκαν θετικά για RSV και 45 (62.5%) των κοπράνων για ροταϊό. Συμπερασματικά η HBoV λοίμωξη παρουσιάζεται συχνά ως συν-λοίμωξη με άλλους ιούς και ειδικά RSV και ροταϊούς.

Λέξεις κλειδιά: ανθρώπινος bocavirus, ιογενείς λοιμώξεις,συν-λοιμώξεις